multar
Pronunciation
/multˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "multar"στα ισπανικά

multar
01

επιβάλλω πρόστιμο, επιβάλλω οικονομική κυρώση

poner una sanción económica a alguien por una infracción
multar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
multo
γ΄ ενικό πρόσωπο
multa
ενεστώτα μετοχή
multando
απλός αόριστος
multé
παθητική μετοχή
multado
Παραδείγματα
Multar a alguien es una forma de castigo legal.
Multar κάποιον είναι μια μορφή νόμιμης τιμωρίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store