Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
multar
01
επιβάλλω πρόστιμο, επιβάλλω οικονομική κυρώση
poner una sanción económica a alguien por una infracción
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
multo
γ΄ ενικό πρόσωπο
multa
ενεστώτα μετοχή
multando
απλός αόριστος
multé
παθητική μετοχή
multado
Παραδείγματα
La policía multó al conductor por exceso de velocidad.
Η αστυνομία πρόστιμε τον οδηγό για υπέρβαση ταχύτητας.



























