multar
mul
mul
mool
tar
ˈtaɾ
tar
mutar

Ορισμός και σημασία του "multar"στα ισπανικά

multar
01

επιβάλλω πρόστιμο, επιβάλλω οικονομική κυρώση

poner una sanción económica a alguien por una infracción 
multar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
multo
γ΄ ενικό πρόσωπο
multa
ενεστώτα μετοχή
multando
απλός αόριστος
multé
παθητική μετοχή
multado
Παραδείγματα
La policía multó al conductor por exceso de velocidad. 

Η αστυνομία πρόστιμε τον οδηγό για υπέρβαση ταχύτητας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store