Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
libre
01
ελεύθερος
sin restricciones o sin estar ocupado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más libre
συγκριτικός βαθμός
más libre
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
libre
αρσενικό πληθυντικό
libres
θηλυκό ενικό
libre
θηλυκό πληθυντικό
libres
Παραδείγματα
El pájaro está libre en el cielo.
Το πουλί είναι ελεύθερο στον ουρανό.
02
ελεύθερος, διαθέσιμος
que no tiene ocupaciones o compromisos en un momento determinado
Παραδείγματα
Aprovechó su tiempo libre para leer.
Αξιοποίησε τον ελεύθερο χρόνο του για να διαβάσει.
03
ελεύθερος
que no está ocupado, utilizado o en posesión de alguien
Παραδείγματα
Ese asiento está libre.
Αυτή η θέση είναι ελεύθερη.



























