Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acostar
01
πηγαίνω για ύπνο, αναπαύομαι
irse a la cama para dormir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
α΄ ενικό πρόσωπο
acuesto
γ΄ ενικό πρόσωπο
acuesta
ενεστώτα μετοχή
acostando
απλός αόριστος
acostó
παθητική μετοχή
acostado
Παραδείγματα
Me acuesto a las diez todas las noches.
02
βάζω στο κρεβάτι
poner a alguien en la cama para que duerma
Παραδείγματα
La madre acuesta a su hijo a las nueve.
03
ξαπλώνω, πηγαίνω για ύπνο
ponerse uno mismo en posición horizontal para descansar o dormir
Παραδείγματα
Me acuesto a las once cada noche.
Πηγαίνω για ύπνο στις έντεκα κάθε βράδυ.



























