Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
medio
01
μισός, μισή
que representa la mitad de algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
medio
αρσενικό πληθυντικό
medios
θηλυκό ενικό
media
θηλυκό πληθυντικό
medias
Παραδείγματα
Tomé medio vaso de agua.
Ήπια μισό ποτήρι νερό.
02
μέσος
que representa un nivel normal o común
Παραδείγματα
Tiene un rendimiento medio en la escuela.
Έχει μέση απόδοση στο σχολείο.
El medio
01
μέση, κέντρο
punto central o posición equidistante de los extremos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
medios
Παραδείγματα
Coloca el jarrón en el medio de la mesa.
Τοποθετήστε το βάζο στη μέση του τραπεζιού.
02
μέσο
instrumento, recurso o método para lograr un fin
Παραδείγματα
Usó todos los medios posibles para resolver el problema.
Χρησιμοποίησε όλα τα πιθανά μέσα για να λύσει το πρόβλημα.
03
μέσο, υλικό
el material o la técnica que un artista elige para crear una obra de arte
Παραδείγματα
El óleo es el medio favorito de la pintora para crear texturas ricas.
Το λάδι είναι το αγαπημένο μέσο της ζωγράφου για τη δημιουργία πλούσιων υφών.



























