trabajador
tra
tɾa
tra
ba
βa
ba
ja
xa
kha
dor
ˈðoɾ
dhor
bronceadorarrendadorprovocadorcompositor

Ορισμός και σημασία του "trabajador"στα ισπανικά

trabajador
01

εργατικός, φιλόπονος

que trabaja mucho y con esfuerzo 
trabajador definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más trabajador
συγκριτικός βαθμός
más trabajador
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
trabajador
αρσενικό πληθυντικό
trabajadores
θηλυκό ενικό
trabajadora
θηλυκό πληθυντικό
trabajadoras
Παραδείγματα
Mi padre es muy trabajador. 

Ο πατέρας μου είναι πολύ εργατικός.

01

εργάτης

persona que realiza un trabajo o actividad laboral 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
trabajadores
Παραδείγματα
El trabajador llegó temprano a la fábrica. 

Ο εργάτης έφτασε νωρίς στο εργοστάσιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store