trabajador
Pronunciation
/tɾˌaβaxaðˈɔɾ/

Ορισμός και σημασία του "trabajador"στα ισπανικά

trabajador
01

εργατικός, φιλόπονος

que trabaja mucho y con esfuerzo
trabajador definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más trabajador
συγκριτικός βαθμός
más trabajador
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
trabajador
αρσενικό πληθυντικό
trabajadores
θηλυκό ενικό
trabajadora
θηλυκό πληθυντικό
trabajadoras
Παραδείγματα
El chef es trabajador y perfeccionista.
Ο σεφ είναι εργατικός και τελειομανής.
01

εργάτης

persona que realiza un trabajo o actividad laboral
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
trabajadores
Παραδείγματα
Muchos trabajadores dependen de este sector.
Πολλοί εργάτες εξαρτώνται από αυτόν τον τομέα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store