Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trabajador
01
εργατικός, φιλόπονος
que trabaja mucho y con esfuerzo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más trabajador
συγκριτικός βαθμός
más trabajador
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
trabajador
αρσενικό πληθυντικό
trabajadores
θηλυκό ενικό
trabajadora
θηλυκό πληθυντικό
trabajadoras
θεματικό πεδίο
personas, comportamiento, trabajo
Παραδείγματα
Mi padre es muy trabajador.
Ο πατέρας μου είναι πολύ εργατικός.
El trabajador
01
εργάτης
persona que realiza un trabajo o actividad laboral
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
trabajadores
αρσενικό ενικό
trabajador
θηλυκό ενικό
trabajadora
neutral form
persona trabajadora
Παραδείγματα
El trabajador llegó temprano a la fábrica.
Ο εργάτης έφτασε νωρίς στο εργοστάσιο.
LanGeek



























