tacaño
ta
ta
ta
ca
ˈka
ka
ño
ɲo
nio
tamaño

Ορισμός και σημασία του "tacaño"στα ισπανικά

01

τσιγκούνης, φιλάργυρος

que no quiere gastar dinero o compartir cosas 
tacaño definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más tacaño
συγκριτικός βαθμός
más tacaño
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
tacaño
αρσενικό πληθυντικό
tacaños
θηλυκό ενικό
tacaña
θηλυκό πληθυντικό
tacañas
Παραδείγματα
Él es muy tacaño y nunca invita a nadie. 

Είναι πολύτσιγκούνης και ποτέ δεν προσκαλεί κανέναν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store