rural
ru
ru
roo
ral
ˈɾal
ral
anualseñaligualfatal

Ορισμός και σημασία του "rural"στα ισπανικά

01

αγροτικός

relacionado con el campo o las zonas fuera de la ciudad 
rural definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
rural
αρσενικό πληθυντικό
rurales
θηλυκό ενικό
rural
θηλυκό πληθυντικό
rurales
Παραδείγματα
La vida rural es tranquila y sencilla. 

Η αγροτική ζωή είναι ήρεμη και απλή.

Λεξικό Δέντρο

rural
rur
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store