Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El miedo
01
φόβος, τρόμος
sensación de aprehensión o temor ante un peligro o situación adversa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
miedos
Παραδείγματα
El miedo lo paralizó por un instante.
Ο φόβος τον παράλυσε για μια στιγμή.



























