Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El miedo
01
φόβος, τρόμος
sensación de aprehensión o temor ante un peligro o situación adversa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
miedos
Παραδείγματα
El niño lloró de miedo.
Το παιδί έκλαψε από φόβο.
LanGeek



























