el miedo
mie
ˈmje
mye
do
ðo
dho
ruedodedo

Ορισμός και σημασία του "miedo"στα ισπανικά

01

φόβος, τρόμος

sensación de aprehensión o temor ante un peligro o situación adversa 
el miedo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
miedos
Παραδείγματα
El niño lloró de miedo. 

Το παιδί έκλαψε από φόβο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store