la calle
ca
ˈka
ka
lle
ʎe
lie
cable

Ορισμός και σημασία του "calle"στα ισπανικά

01

δρόμος, οδός

vía pública por donde caminan las personas y circulan los coches 
la calle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
calles
Παραδείγματα
La calle está muy tranquila hoy. 

Ο δρόμος είναι πολύ ήσυχος σήμερα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store