bilingüe
bi
bi
bi
ling
ˈling
ling
üe
we
ve
desagüemultilingüe

Ορισμός και σημασία του "bilingüe"στα ισπανικά

01

δίγλωσσος

que usa o habla dos idiomas 
bilingüe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más bilingüe
συγκριτικός βαθμός
más bilingüe
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bilingüe
αρσενικό πληθυντικό
bilingües
θηλυκό ενικό
bilingüe
θηλυκό πληθυντικό
bilingües
Παραδείγματα
Mi hermana es bilingüe y habla español e inglés. 

Η αδερφή μου είναι δίγλωσση και μιλάει ισπανικά και αγγλικά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store