Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trabajar
01
δουλεύω
realizar una actividad para producir algo o ganar dinero
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
trabajo
γ΄ ενικό πρόσωπο
trabaja
ενεστώτα μετοχή
trabajando
απλός αόριστος
trabajé
παθητική μετοχή
trabajado
Παραδείγματα
Yo trabajo en una oficina.
Δουλεύω σε ένα γραφείο.
02
δουλεύω, λειτουργώ
funcionar o realizar correctamente una actividad o propósito
Παραδείγματα
Mi teléfono no trabaja bien.
Το τηλέφωνό μου δεν λειτουργεί καλά.



























