Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trabajar
[past form: trabajé][present form: trabajo]
01
δουλεύω
realizar una actividad para producir algo o ganar dinero
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
trabajo
γ΄ ενικό πρόσωπο
trabaja
ενεστώτα μετοχή
trabajando
απλός αόριστος
trabajé
παθητική μετοχή
trabajado
Παραδείγματα
Trabajo desde casa los viernes.
Δουλεύω από το σπίτι τις Παρασκευές.
02
δουλεύω, λειτουργώ
funcionar o realizar correctamente una actividad o propósito
Παραδείγματα
El motor trabaja perfectamente.
Ο κινητήρας λειτουργεί τέλεια.



























