Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
escribir
01
γράφω
representar palabras o ideas con letras o signos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
escribo
γ΄ ενικό πρόσωπο
escribe
ενεστώτα μετοχή
escribiendo
απλός αόριστος
escribí
παθητική μετοχή
escrito, escripto
Παραδείγματα
Me gusta escribir cartas a mis amigos.
Μου αρέσει να γράφω γράμματα στους φίλους μου.
02
συλλαβίζω
decir o poner las letras de una palabra en orden
Παραδείγματα
¿Puedes escribir tu nombre?
Γράψει το όνομά σου;
03
γράφω
crear textos literarios o composiciones musicales por escrito
Παραδείγματα
Ella escribe novelas desde hace muchos años.
Αυτή γράφει μυθιστορήματα εδώ και πολλά χρόνια.
04
γράφονται ο ένας στον άλλο, ανταλλάσσουν επιστολές
mandar cartas o mensajes mutuamente
Παραδείγματα
Mis abuelos se escriben todos los meses.
Οι παππούδες μου γράφουν ο ένας στον άλλο κάθε μήνα.



























