Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El doctor
01
γιατρός
persona que estudia y practica la medicina para curar enfermedades
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
doctores
αρσενικό ενικό
doctor
θηλυκό ενικό
doctora
neutral form
médico
Παραδείγματα
El doctor atiende a los pacientes en el hospital.
Ο γιατρός φροντίζει τους ασθενείς στο νοσοκομείο.
02
δόκτωρ, διδάκτωρ
título que se da a una persona con un doctorado
Παραδείγματα
El doctor Pérez es profesor en la universidad.
Ο δόκτωρ Πέρες είναι καθηγητής στο πανεπιστήμιο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
doctoral
doctor



























