el gol
gol
gol
gol
bolsolcrolpool

Ορισμός και σημασία του "gol"στα ισπανικά

01

γκολ, τέρμα

punto que se anota al meter el balón en la portería 
el gol definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
goles
Παραδείγματα
El jugador marcó un gol en el último minuto. 

Ο παίκτης σκόραρε ένα γκολ στο τελευταίο λεπτό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store