Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El gol
01
γκολ, τέρμα
punto que se anota al meter el balón en la portería
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
goles
Παραδείγματα
El jugador marcó un gol en el último minuto.
Ο παίκτης σκόραρε ένα γκολ στο τελευταίο λεπτό.



























