el teléfono
telé
ˈtele
tele
fo
fo
fo
no
no
no

Ορισμός και σημασία του "teléfono"στα ισπανικά

01

τηλέφωνο

aparato que sirve para comunicar a distancia mediante la voz 
el teléfono definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
teléfonos
Παραδείγματα
El teléfono suena, ¿puedes contestar? 

Το τηλέφωνο χτυπά, μπορείς να απαντήσεις;

02

αριθμός τηλεφώνου, αριθμός τηλεφώνου

número asignado a un aparato telefónico para comunicarse 
el teléfono definition and meaning
Παραδείγματα
¿Cuál es tu número de teléfono? 

Ποιος είναι ο τηλεφωνικός σας αριθμός;

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store