Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El modelo
01
μοντέλο
una persona cuyo trabajo es mostrar ropa y accesorios en pasarelas o sesiones fotográficas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
modelos
Παραδείγματα
El modelo llevaba un traje de la nueva colección de verano.
Το μοντέλο φορούσε ένα κοστούμι από τη νέα καλοκαιρινή συλλογή.
02
μοντέλο
persona o cosa que se usa como referencia para pintar, esculpir o dibujar
Παραδείγματα
El cuadro refleja la postura del modelo.
Ο πίνακας αντανακλά τη στάση του μοντέλου.



























