Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El dependiente
01
πωλητής, υπάλληλος καταστήματος
persona que trabaja en una tienda y atiende a los clientes vendiendo productos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dependientes
Παραδείγματα
El dependiente guardó la caja al final del día.
Ο πωλητής έκλεισε το ταμείο στο τέλος της ημέρας.
dependiente
01
εξαρτημένος
que necesita de otra persona o cosa para existir, funcionar o tomar decisiones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más dependiente
συγκριτικός βαθμός
más dependiente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dependiente
αρσενικό πληθυντικό
dependientes
θηλυκό ενικό
dependiente
θηλυκό πληθυντικό
dependientes
Παραδείγματα
Es una relación dependiente y poco saludable.
Είναι μια εξαρτημένη και ανθυγιεινή σχέση.



























