sico
ˈfi
fi
si
si
si
co
ko
ko
física

Ορισμός και σημασία του "físico"στα ισπανικά

01

σωματικός

relacionado con el cuerpo o la actividad corporal 
físico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
físico
αρσενικό πληθυντικό
físicos
θηλυκό ενικό
física
θηλυκό πληθυντικό
físicas
θεματικό πεδίο
salud, medicina, deporte
Παραδείγματα
Necesitas un examen físico antes de participar en el deporte. 

Χρειάζεστε μια σωματική εξέταση πριν συμμετάσχετε στο άθλημα.

02

φυσικός, φυσικός

perteneciente o relativo a la ciencia de la física 
Παραδείγματα
Estudia las propiedades físicas de los materiales. 

Μελετά τις φυσικές ιδιότητες των υλικών.

01

φυσικός, επιστήμονας φυσικής

persona especializada en la ciencia de la física 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
físicos
αρσενικό ενικό
físico
θηλυκό ενικό
física
neutral form
científico
Παραδείγματα
Mi hermano es físico y trabaja en un laboratorio. 

Ο αδερφός μου είναι φυσικός και εργάζεται σε εργαστήριο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store