Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
físico
01
σωματικός
relacionado con el cuerpo o la actividad corporal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
físico
αρσενικό πληθυντικό
físicos
θηλυκό ενικό
física
θηλυκό πληθυντικό
físicas
Παραδείγματα
Sufrió daños físicos en el accidente.
Υπέστη σωματικές βλάβες στο ατύχημα.
02
φυσικός, φυσικός
perteneciente o relativo a la ciencia de la física
Παραδείγματα
La física estudia la energía y la materia físicas.
Η φυσική μελετά την φυσική ενέργεια και την ύλη.
El físico
[gender: masculine]
01
φυσικός, επιστήμονας φυσικής
persona especializada en la ciencia de la física
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
físicos
Παραδείγματα
El físico explicó la teoría de manera clara.
Ο φυσικός εξήγησε τη θεωρία με σαφήνεια.



























