el antiséptico
Pronunciation
/ˌantisˈɛpːtiko/

Ορισμός και σημασία του "antiséptico"στα ισπανικά

El antiséptico
01

αντισηπτικό

sustancia que impide el crecimiento de microorganismos y ayuda a prevenir infecciones
el antiséptico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
antisépticos
Παραδείγματα
Compraron un antiséptico en la farmacia.
Αγόρασαν ένα αντισηπτικό στο φαρμακείο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store