Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El antiséptico
01
αντισηπτικό
sustancia que impide el crecimiento de microorganismos y ayuda a prevenir infecciones
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
antisépticos
Παραδείγματα
Compraron un antiséptico en la farmacia.
Αγόρασαν ένα αντισηπτικό στο φαρμακείο.



























