Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El pueblo
[gender: masculine]
01
χωριό, κωμόπολη
lugar pequeño donde vive gente, más pequeño que una ciudad
Παραδείγματα
El pueblo tiene un mercado pequeño.
Το χωριό έχει μια μικρή αγορά.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
χωριό, κωμόπολη