el pueblo
pueb
ˈpweβ
pveb
lo
lo
lo

Ορισμός και σημασία του "pueblo"στα ισπανικά

01

χωριό, κωμόπολη

lugar pequeño donde vive gente, más pequeño que una ciudad 
el pueblo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pueblos
Παραδείγματα
El pueblo es muy tranquilo. 

Το χωριό είναι πολύ ήσυχο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store