Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El Cúter
01
herramienta pequeña con una cuchilla retráctil utilizada para cortar materiales como papel, cartón o plástico , -
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cúteres
Παραδείγματα
Cortó el cartón con un cúter.



























