Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El martillo
01
σφυρί, σφυρί
herramienta con cabeza pesada y mango que se usa para golpear clavos u otros objetos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
martillos
Παραδείγματα
El martillo es esencial en carpintería y construcción.
Το σφυρί είναι απαραίτητο στην ξυλουργική και την κατασκευή.



























