el perfume
Pronunciation
/pɛɾfˈume/

Ορισμός και σημασία του "perfume"στα ισπανικά

01

άρωμα

líquido con olor agradable que se usa para perfumar el cuerpo o el ambiente
el perfume definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
perfumes
Παραδείγματα
¿ Cuál es tu perfume favorito?
Ποιο είναι το αγαπημένο σου άρωμα;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store