el bolsillo
bol
bol
bol
si
ˈsi
si
llo
ʎo
lio
cuchillomartillosencillotornillo

Ορισμός και σημασία του "bolsillo"στα ισπανικά

01

τσέπη

compartimento pequeño en la ropa para guardar cosas 
el bolsillo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bolsillos
Παραδείγματα
Puse las llaves en el bolsillo del pantalón. 

Έβαλα τα κλειδιά στην τσέπη του παντελονιού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store