Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El maletín
01
χαρτοφύλακας, βαλίτσα
bolso pequeño que se usa para llevar documentos o cosas personales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
maletínes
Παραδείγματα
Llevó el maletín al trabajo esta mañana.
Πήρε την χαρτοφύλακα στη δουλειά σήμερα το πρωί.



























