el jersey
jer
ˈxeɾ
χερ
sey
sei
σει
hockeyreyley

Ορισμός και σημασία του "jersey"στα ισπανικά

01

πουλόβερ, ζακέτα

prenda de ropa, generalmente de lana o algodón, que cubre el torso y los brazos 
el jersey definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
jerséis
Παραδείγματα
Él lleva un jersey azul cuando hace ejercicio. 

Φοράει ένα μπλε πουλόβερ όταν ασκείται.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store