el patín
Pronunciation
/patˈin/

Ορισμός και σημασία του "patín"στα ισπανικά

01

πατίνι, πατίνι με ρόδες

zapato o base con ruedas o cuchilla que se usa para deslizarse sobre una superficie
el patín definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
patines
Παραδείγματα
Perdí el equilibrio con los patines puestos.
Έχασα την ισορροπία μου με τα πατίνια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store