el patín
patín
patin
patin
patán

Ορισμός και σημασία του "patín"στα ισπανικά

01

πατίνι, πατίνι με ρόδες

zapato o base con ruedas o cuchilla que se usa para deslizarse sobre una superficie 
el patín definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
patines
Παραδείγματα
Me compré unos patines nuevos para el parque. 

Αγόρασα για τον εαυτό μου νέα πατίνια για το πάρκο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store