el hierro
Pronunciation
/jˈɛro/

Ορισμός και σημασία του "hierro"στα ισπανικά

El hierro
[gender: masculine]
01

σίδηρος, σιδηρούχο μέταλλο

metal duro y magnético que se usa en la construcción, fabricación y en la sangre como elemento esencial
el hierro definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Los suplementos de hierro ayudan a combatir la anemia.
Τα συμπληρώματα σιδήρου βοηθούν στην καταπολέμηση της αναιμίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store