Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El helio
[gender: masculine]
01
ήλιο
elemento químico gas noble, incoloro e inodoro, más ligero que el aire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El helio es importante para la física de bajas temperaturas.



























