el neutrón
neu
new
nev
trón
ˈtɾon
tron
tensiónbutacóncolchónreunión

Ορισμός και σημασία του "neutrón"στα ισπανικά

01

νετρόνιο

partícula subatómica sin carga eléctrica que se encuentra en el núcleo de un átomo 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
neutrones
Παραδείγματα
Un neutrón no tiene carga eléctrica. 

Ένα νετρόνιο δεν έχει ηλεκτρικό φορτίο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store