el plástico
plás
ˈplas
plas
ti
ti
ti
co
ko
ko
elásticodrásticofantásticoeclesiástico

Ορισμός και σημασία του "plástico"στα ισπανικά

01

πλαστικό, πλαστικό υλικό

material sintético que se usa para fabricar objetos variados 
el plástico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
plásticos
Παραδείγματα
Este envase está hecho de plástico. 

Αυτή η συσκευασία είναι κατασκευασμένη από πλαστικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store