el talo
ˈpe
pe
ta
ta
ta
lo
lo
lo

Ορισμός και σημασία του "pétalo"στα ισπανικά

01

πέταλο

cada una de las hojas que forman la parte exterior de una flor 
el pétalo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pétalos
Παραδείγματα
El pétalo de rosa cayó al suelo. 

Το πέταλο του τριαντάφυλλου έπεσε στο έδαφος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store