la roca
ro
ˈro
ro
ca
ka
ka
focabocamoca

Ορισμός και σημασία του "roca"στα ισπανικά

01

βράχος, πέτρα

un material natural sólido y duro, formado por minerales, que forma parte de la corteza terrestre 
la roca definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
rocas
Παραδείγματα
Los niños saltaban de roca en roca en el río. 

Τα παιδιά πήδηζαν από βράχο σε βράχο στο ποτάμι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store