la cascada
cas
kas
kas
ca
ˈka
ka
da
ða
dha
pulgadaGranadabandadaportada

Ορισμός και σημασία του "cascada"στα ισπανικά

01

καταρράκτης

caída de agua desde una altura, generalmente en ríos o arroyos 
la cascada definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cascadas
Παραδείγματα
Visitamos una hermosa cascada en la montaña. 

Επισκεφτήκαμε ένα όμορφο καταρράκτη στο βουνό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store