el bosque
bos
ˈbos
bos
que
ke
ke

Ορισμός και σημασία του "bosque"στα ισπανικά

01

δάσος, δρυμός

terreno grande cubierto de muchos árboles y plantas 
el bosque definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bosques
Παραδείγματα
El bosque está lleno de árboles altos. 

Το δάσος είναι γεμάτο από ψηλά δέντρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store