el fuego
fue
ˈfwe
fve
go
ɣo
gho
fuero

Ορισμός και σημασία του "fuego"στα ισπανικά

01

φωτιά

combustión que produce luz y calor 
el fuego definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El fuego se extendió rápidamente por el bosque. 

Η φωτιά εξαπλώθηκε γρήγορα στο δάσος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store