Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El fuego
[gender: masculine]
01
φωτιά
combustión que produce luz y calor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Hay fuego en la chimenea.
Υπάρχει φωτιά στο τζάκι.



























