Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El imán
01
μαγνήτης, μαγνήτης
objeto que atrae metales como hierro o acero
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
imanes
Παραδείγματα
El imán atrae el hierro.
Ο μαγνήτης προσελκύει τον σίδηρο.
02
ιμάμης
líder religioso en el islam que dirige la oración en la mezquita
Παραδείγματα
El imán habló en la mezquita.
Ο ιμάμης μίλησε στο τζαμί.



























