el vatio
vat
ˈbat
bat
io
jo
yo
patio

Ορισμός και σημασία του "vatio"στα ισπανικά

01

unidad de potencia equivalente a un julio por segundo , -

γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
vatios
Παραδείγματα
Una bombilla consume sesenta vatios. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store