tercero
ter
teɾ
ter
ce
ˈθe
the
ro
ɾo
ro
agujerovaquerotableropizzero

Ορισμός και σημασία του "tercero"στα ισπανικά

01

τρίτος, τρίτος

que ocupa el lugar número tres en una serie o secuencia 
tercero definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
tercero
αρσενικό πληθυντικό
terceros
θηλυκό ενικό
tercera
θηλυκό πληθυντικό
terceras
Παραδείγματα
El tercer día del viaje visitamos un museo. 

Την τρίτη μέρα του ταξιδιού, επισκεφθήκαμε ένα μουσείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store