Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La salsa
01
σάλσα
género de música caribeño con ritmos de influencia latina
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La salsa combina percusión, trompetas y voces melódicas.
Η σάλσα συνδυάζει κρουστά, τρομπέτες και μελωδικές φωνές.
02
σάλτσα, σως
líquido o mezcla que acompaña a los alimentos para darles sabor
Παραδείγματα
Esa salsa es picante.
Αυτή η σάλτσα είναι πικάντικη.



























