Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El teatro
01
θέατρο, δραματική τέχνη
arte de representar historias mediante actores en un escenario
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
teatros
Παραδείγματα
Vamos al teatro esta noche.
Πάμε στο θέατρο απόψε.
02
θέατρο
lugar donde se presentan obras dramáticas o espectáculos en vivo
Παραδείγματα
El teatro está en el centro de la ciudad.
Το θέατρο βρίσκεται στο κέντρο της πόλης.



























