Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El teclado
01
πληκτρολόγιο
conjunto de teclas que se usa para escribir en la computadora o en otros dispositivos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
teclados
Παραδείγματα
El teclado de mi computadora es inalámbrico.
Το πληκτρολόγιο του υπολογιστή μου είναι ασύρματο.
02
πληκτρολόγιο, πληκτροφόρο μουσικό όργανο
instrumento musical con teclas que se toca con las manos para producir sonidos
Παραδείγματα
El teclado eléctrico suena muy bien en la banda.
Το πληκτρολόγιο ηλεκτρικό ακούγεται πολύ καλά στη μπάντα.



























