Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La carretera
[gender: feminine]
01
δρόμος, οδός
camino ancho para el paso de vehículos entre pueblos o ciudades
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
carreteras
Παραδείγματα
La carretera está cerrada por obras.
Ο δρόμος είναι κλειστός λόγω εργασιών.
02
αυτοκινητόδρομος, εθνική οδός
carretera ancha y rápida que conecta ciudades grandes
Παραδείγματα
La carretera está cerrada por un accidente.
Ο δρόμος είναι κλειστός λόγω ενός ατυχήματος.



























