la canoa
ca
ka
ka
noa
ˈnoa
noa
Samoaproaanchoaboa

Ορισμός και σημασία του "canoa"στα ισπανικά

01

κανό, περίακτο

embarcación estrecha que se mueve con remos 
la canoa definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
canoas
Παραδείγματα
La canoa es muy ligera. 

Το κανό είναι πολύ ελαφρύ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store