Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El puente
01
γέφυρα
estructura que permite cruzar un río, un valle u otro obstáculo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
puentes
Παραδείγματα
El puente cruza el río.
Η γέφυρα διασχίζει το ποτάμι.
02
γέφυρα δοντιών, οδοντική γέφυρα
una prótesis dental fija que reemplaza uno o más dientes faltantes, apoyándose en los dientes adyacentes
Παραδείγματα
El puente dental se cementa sobre los dientes pilares.
Η οδοντική γέφυρα τσιμεντώνεται στους πυλώνες δοντιών.



























