Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El puente
01
γέφυρα
estructura que permite cruzar un río, un valle u otro obstáculo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
puentes
Παραδείγματα
El puente fue dañado por la tormenta.
Η γέφυρα υπέστη ζημιές από τη θύελλα.
02
γέφυρα δοντιών, οδοντική γέφυρα
una prótesis dental fija que reemplaza uno o más dientes faltantes, apoyándose en los dientes adyacentes
Παραδείγματα
Tardaron dos semanas en fabricar el puente en el laboratorio.
Χρειάστηκαν δύο εβδομάδες για να κατασκευάσουν τη γέφυρα στο εργαστήριο.



























