Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La primera clase
01
πρώτη θέση
sección de mayor confort y servicios en transporte como avión o tren
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Compré un boleto de primera clase en el avión.
Αγόρασα ένα εισιτήριο πρώτης θέσης στο αεροπλάνο.



























