la locomotora
lo
lo
λο
co
ko
κο
mo
mo
μο
to
ˈto
το
ra
ɾa
ρα
depuradorarasuradoraincubadoraexcavadora

Ορισμός και σημασία του "locomotora"στα ισπανικά

01

ατμομηχανή, μηχανή τρένου

la máquina que proporciona la potencia para mover un tren 
la locomotora definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
locomotoras
Παραδείγματα
Las locomotoras de vapor son ahora principalmente históricas. 

Οι ατμοκίνητες ατμομηχανές είναι τώρα κυρίως ιστορικές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store