Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El metro
01
μετρό, υπόγειος σιδηρόδρομος
transporte público subterráneo que circula en la ciudad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
metros
Παραδείγματα
El metro llega cada cinco minutos.
Το μετρό φτάνει κάθε πέντε λεπτά.
02
μέτρο, μέτρο (μονάδα μήκους)
unidad de medida de longitud que equivale a cien centímetros
Παραδείγματα
La mesa mide dos metros de largo.
Το τραπέζι έχει μήκος δύο μέτρα.
03
μετροταινία, μεζούρα
instrumento flexible o plegable que se usa para medir longitudes
Παραδείγματα
Necesito un metro para medir la mesa.
Χρειάζομαι ένα μετροταινία για να μετρήσω το τραπέζι.



























