el metro
met
ˈmet
met
ro
ɾo
ro
retro

Ορισμός και σημασία του "metro"στα ισπανικά

01

μετρό, υπόγειος σιδηρόδρομος

transporte público subterráneo que circula en la ciudad 
el metro definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
metros
Παραδείγματα
El metro llega cada cinco minutos. 

Το μετρό φτάνει κάθε πέντε λεπτά.

02

μέτρο, μέτρο (μονάδα μήκους)

unidad de medida de longitud que equivale a cien centímetros 
el metro definition and meaning
Παραδείγματα
La mesa mide dos metros de largo. 

Το τραπέζι έχει μήκος δύο μέτρα.

03

μετροταινία, μεζούρα

instrumento flexible o plegable que se usa para medir longitudes 
el metro definition and meaning
Παραδείγματα
Necesito un metro para medir la mesa. 

Χρειάζομαι ένα μετροταινία για να μετρήσω το τραπέζι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store