Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El tren
01
τρένο, σιδηροδρομικό όχημα
vehículo formado por varios vagones que se mueve sobre rieles y transporta personas o cosas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
trenes
Παραδείγματα
El tren llega a las diez en punto.
Το τρένο φτάνει στις δέκα ακριβώς.



























